Anforderung
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Anforderung | die | Anforderungen |
| γενική | der | Anforderung | der | Anforderungen |
| δοτική | der | Anforderung | den | Anforderungen |
| αιτιατική | die | Anforderung | die | Anforderungen |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Anforderung θηλυκό
Απόγονοι
[επεξεργασία]Anforderung (γερμανικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ απαίτηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)