Angesicht

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Angesicht die Angesichte
γενική des Angesichts der Angesichte
δοτική dem Angesicht
dem Angesichte
den Angesichten
αιτιατική das Angesicht die Angesichte

Angesicht (de) ουδέτερο

  1. πρόσωπο