Angle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Angle αρσενικό

  • (εθνικό όνομα) αρχαίος Άγγλος. Mέλος της παλαιογερμανικής φυλής που κατοικούσε στην σημερινή γερμανική πολιτεία (κρατίδιο) του Schleswig-Holstein και κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. μετανάστευσε στη σημερινή Αγγλία.
    • οι Angles (Παλαιο-Άγγλοι) ίδρυσαν βασίλεια στην Mercia, την Northumbria, και την East Anglia και έδωσαν το όνομα στην Αγγλία (England) και την αγγλική γλώσσα (English)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]