Μετάβαση στο περιεχόμενο

Anglicism

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
Anglicism Anglicisms

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Anglicism < Anglic + -ism

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈæŋɡlɪˌsɪzəm/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Anglicism (en)