Ansager

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Ansager die Ansager
γενική des Ansagers der Ansager
δοτική dem Ansager den Ansagern
αιτιατική den Ansager die Ansager

Ansager (de) αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]