Arbeitnehmer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Arbeitnehmer die Arbeitnehmer
γενική des Arbeitnehmers der Arbeitnehmer
δοτική dem Arbeitnehmer den Arbeitnehmern
αιτιατική den Arbeitnehmer die Arbeitnehmer

Arbeitnehmer (de) αρσενικό

  1. εργαζόμενος