Μετάβαση στο περιεχόμενο

Artischocke

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Artischocke die Artischocken
γενική der Artischocke der Artischocken
δοτική der Artischocke den Artischocken
αιτιατική die Artischocke die Artischocken

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Artischocke < αραβική خرشوف (al-ḵuršūf)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aʁtiˈʃɔkə/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Artischocke

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Artischocke (de) θηλυκό

  • (φυτό, λαχανικό) η αγκινάρα
    παράδειγμα Auf dem Wochenmarkt kosten die Artischocken heute drei Euro pro Stück.
         Στη λαϊκή αγορά οι αγκινάρες κοστίζουν σήμερα τρία ευρώ το κομμάτι.