Aufführung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Aufführung < aufführen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Aufführung die Aufführungen
γενική der Aufführung der Aufführungen
δοτική der Aufführung den Aufführungen
αιτιατική die Aufführung die Aufführungen

Aufführung (de) θηλυκό

  1. το ανέβασμα
  2. η παράσταση
  3. η εκτέλεση