Auftrag

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Auftrag die Aufträge
γενική des Auftrags
des Auftrages
der Aufträge
δοτική dem Auftrag den Aufträgen
αιτιατική den Auftrag die Aufträge

Auftrag (de) αρσενικό

Αντώνυμα[επεξεργασία]