Ausbildung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ausbildung 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Ausbildung die Ausbildungen
γενική der Ausbildung der Ausbildungen
δοτική der Ausbildung den Ausbildungen
αιτιατική die Ausbildung die Ausbildungen

Ausbildung (de) θηλυκό

  1. μόρφωση
  2. κατάρτιση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]