Ausbildungen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

Ausbildungen (de)

  1. πληθυντικός του Ausbildung