Ausfuhr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Ausfuhr die Ausfuhren
γενική der Ausfuhr der Ausfuhren
δοτική der Ausfuhr den Ausfuhren
αιτιατική die Ausfuhr die Ausfuhren

Ausfuhr (de) θηλυκό

  1. εξαγωγή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]