Μετάβαση στο περιεχόμενο

Auslegung

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Auslegung die Auslegungen
γενική der Auslegung der Auslegungen
δοτική der Auslegung den Auslegungen
αιτιατική die Auslegung die Auslegungen

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Auslegung (de) θηλυκό

  • Auslegung - Duden online.
  • Auslegung - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).