Auswirkung

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γερμανικά (de) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Auswirkung die Auswirkungen
γενική der Auswirkung der Auswirkungen
δοτική der Auswirkung den Auswirkungen
αιτιατική die Auswirkung die Auswirkungen

Auswirkung (de) θηλυκό

  1. αποτέλεσμα, συνέπεια