BOM

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
BOM < Browser Object Model
BOM < Bill Of Materials

Συντομομορφή

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
BOM BOMs

BOM (en)

  1. (πληροφορική) συντομογραφία του browser object model
    ※  The DOM specification explains the structure of a document and provides objects to manipulate it [1]
    Η προδιαγραφή DOM εξηγεί τη δομή ενός εγγράφου και παρέχει αντικείμενα για χειρισμό του (Απόδοση: το Βικιλεξικό.)
  2. μία λίστα από κομμάτια που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ενός αντικειμένου

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • BOM στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. (αγγλικά) [Browser environment, specs https://javascript.info/browser-environment]. Πρόσβαση 2021-04-22.