Bahn

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Bahn die Bahnen
γενική der Bahn der Bahnen
δοτική der Bahn den Bahnen
αιτιατική die Bahn die Bahnen


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Bahn 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Bahn (de) θηλυκό

  1. η οδός
  2. το τρένο
  3. τροχιά
    Erdbahn - τροχιά της γης

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]