Μετάβαση στο περιεχόμενο

Baltic

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

Baltic (en)

  • βαλτικός (σχετικός με τη Βαλτική θάλασσα, τις Βαλτικές χώρες, γλώσσες κλπ)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Baltic < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Baltic αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Baltic < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Baltic αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Baltic < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Baltic αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023