Baumstamm
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- Baumstamm < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈbaʊ̯mˌʃtam/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Baum‐stamm
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Baumstamm (de) αρσενικό