Bedrohung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Bedrohung die Bedrohungen
γενική der Bedrohung der Bedrohungen
δοτική der Bedrohung den Bedrohungen
αιτιατική die Bedrohung die Bedrohungen

Bedrohung (de) θηλυκό

  1. απειλή