Beginn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Beginn 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Beginn (de) αρσενικό

  1. η αρχή
  2. το ξεκίνημα