Behauptung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Behauptung die Behauptungen
γενική der Behauptung der Behauptungen
δοτική der Behauptung den Behauptungen
αιτιατική die Behauptung die Behauptungen

Behauptung (de) θηλυκό

  1. ισχυρισμός