Besucherin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Besucherin, θηλυκό του Besucher

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Besucherin (de) θηλυκό

  1. επισκέπτρια