Bewegung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Bewegung die Bewegungen
γενική der Bewegung der Bewegungen
δοτική der Bewegung den Bewegungen
αιτιατική die Bewegung die Bewegungen

Bewegung (de) θηλυκό

  1. κίνημα
  2. άσκηση, εξάσκηση
  3. συγκίνηση

Σύνθετα[επεξεργασία]