Blick

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Blick 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Blick (de) αρσενικό

  • η ματιά
    werfen Sie einen Blick auf diese Landkarte - ρίξτε μια ματιά σ' αυτό το χάρτη