Bock

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Bock die Böcke
γενική des Bock(e)s der Böcke
δοτική dem Bock(e) den Böcken
αιτιατική den Bock die Böcke

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Bock (de) αρσενικό

  1. (ζωολογία) τράγος
  2. (καθομιλουμένη) (χωρίς πληθυντικό) όρεξη για κάτι, συμπάθεια για κάποιον ή κάτι
    Ich hab' keinen Bock, fernzusehen. - Δεν έχω όρεξη να δω τηλεόραση.
    συνώνυμα: Lust


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • den Bock zum Gärtner machen - βάζω τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα (κυριολεκτικά: κάνω τον τράγο κηπουρό)


Σύνθετα[επεξεργασία]


Δείτε επίσης[επεξεργασία]