Μετάβαση στο περιεχόμενο

Buche

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbuːxə/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : Bu‐che

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Buche (de) θηλυκό

  • (δέντρο) η οξιά
    παράδειγμα Mitten auf dem Dorfplatz steht eine Buche.
         Στο κέντρο της πλατείας του χωριού βρίσκεται μια οξιά.
    παράδειγμα Buche ist leichter zu verarbeiten als Kirsche.
         Η οξιά είναι πιο εύκολη στην κατεργασία από την κερασιά.

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

Buche (de) ουδέτερο

  • δοτική ενικού του Buch (σπάνια, κυρίως σε ιδιωματικές εκφράσεις· η μορφή Buch είναι πιο συνηθισμένη)
    παράδειγμα Herr Fichtel ist ein Lehrer, wie er im Buche steht.
         Ο κ. Φίχτελ είναι ένας τυπικός δάσκαλος. (κυριολεκτικά: …όπως περιγράφεται στο βιβλίο.)
    παράδειγμα Die wichtigsten Eigenschaften des Dreiecks stehen im Buch(e) auf Seite 17.
         Τα βασικά χαρακτηριστικά του τριγώνου αναφέρονται στο βιβλίο στη σελίδα 17.



Φλαμανδικά (vls)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Buche < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Buche αρσενικό ή θηλυκό

  • Top 10.000 des noms de famille en Belgique au 1/01/2017, Statbel, Βελγικό Στατιστικό Γραφείο, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, : Το επώνυμο αυτό εμφανίζεται στην Περιοχή: Wallonie του Βελγίου



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Buche < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Buche αρσενικό ή θηλυκό

  • Top 10.000 des noms de famille en Belgique au 1/01/2017, Statbel, Βελγικό Στατιστικό Γραφείο, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, : Το επώνυμο αυτό εμφανίζεται στην Περιοχή Wallonie του Βελγίου