CFO
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- CFO < Chief Financial Officer
Συντομομορφή
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| CFO | CFOs |
CFO (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη CEO
| ενικός | πληθυντικός |
| CFO | CFOs |
CFO (en)