CLI

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siː ɛl aɪ/

Συντομομορφή[επεξεργασία]

CLI (en) αρκτικόλεξο

  1. (πληροφορική) αρκτικόλεξο για command-line interface (διεπαφή γραμμής εντολής)
  2. (πληροφορική) αρκτικόλεξο για command-line interpreter (διερμηνευτής γραμμής εντολής)
    υπερώνυμα: REPL
  3. (πληροφορική) αρκτικόλεξο για Common Language Infrastructure (για .NET)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • CLI στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια