Dauerlauf

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Dauerlauf < Dauer + Lauf

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Dauerlauf (de) αρσενικό