Daumen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Daumen die Daumen
γενική des Daumens der Daumen
δοτική dem Daumen den Daumen
αιτιατική den Daumen die Daumen

Daumen (de) αρσενικό

  1. αντίχειρας