Deckel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Deckel die Deckel
γενική des Deckels der Deckel
δοτική dem Deckel den Deckeln
αιτιατική den Deckel die Deckel

Deckel (de) αρσενικό