Ding

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ding Dinge
γενική Ding(e)s Dinge
δοτική Ding(e) Dingen
αιτιατική Ding Dinge


Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ding < από πρωτογερμανική ρίζα, συγγενές με το αγγλικό thing

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ding (de) ουδέτερο

  1. πράγμα, αντικείμενο
  2. (ιστορικά) λαϊκή συνέλευση στα αρχαία γερμανικά φύλα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. Sache, Gegenstand, Zeug