Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ding

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Ding die Dinge
Dinger*
γενική des Dings
Dinges
der Dinge 
Dinger*
δοτική dem Ding
Dinge
den Dingen 
Dingern*
αιτιατική das Ding die Dinge 
Dinger*
* Για τους ορισμούς 3. και 4.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ding < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική dinc < παλαιά άνω γερμανική thing < πρωτογερμανική *þenga- (αρχική σημασία: εθνοσυνέλευση γερμανικών φυλών, όπου διαπραγματεύονταν ζητήματα δικαίου) [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɪŋ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Ding (de) ουδέτερο

  1. πράγμα, κάτι απροσδιόριστο
    παράδειγμα Ich bin kein Techniker. Ich kann all diese Dinge nicht bedienen.
    Δεν είμαι τεχνικός. Δε μπορώ να χειριστώ όλα αυτά τα πράγματα.
     συνώνυμα: Sache, Zeug
  2. (μόνο στον πληθυντικό) καταστάσεις ή γεγονότα
    παράδειγμα Die Dinge werden von nun an schwierig sein.
    Τα πράγματα από εδώ και πέρα θα είναι δύσκολα.
  3. συγκεκριμένο πράγμα ή αντικείμενο
    παράδειγμα Ich hasse Pilze. Diese Dinger sind so ekelhaft.
    Μισώ τα μανιτάρια. Αυτά τα πράγματα είναι τόσο αηδιαστικά.
     συνώνυμα: Gegenstand, Sache, Zeug
  4. (προφορικό, θεωρείται πλέον προσβλητικό) παιδί ή νεαρό κορίτσι
  5. (ιστορία) λαϊκή συνέλευση στα αρχαία γερμανικά φύλα
     συνώνυμα: Thing

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]
  • aller guten Dinge sind drei - τρίτη και τυχερή (κυριολεκτικά: όλα τα καλά πράγματα είναι τρία)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Ding στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ding @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
  2. Ding - Duden online.



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ding < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ding αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ding < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ding αρσενικό

  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki