Ding

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ding Dinge
γενική Ding(e)s Dinge
δοτική Ding(e) Dingen
αιτιατική Ding Dinge


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ding < από πρωτογερμανική ρίζα, συγγενές με το αγγλικό thing

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ding (de) ουδέτερο

  1. πράγμα, αντικείμενο
  2. (ιστορικά) λαϊκή συνέλευση στα αρχαία γερμανικά φύλα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. Sache, Gegenstand, Zeug