Donner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Donner die Donner
γενική des Donners der Donner
δοτική dem Donner den Donnern
αιτιατική den Donner die Donner

Donner (de) αρσενικό