Μετάβαση στο περιεχόμενο

ER

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ER < Emergency Room

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

ER (en) αρκτικόλεξο

  • (ιατρική) το ΤΕΠ
    παράδειγμα  After the car accident, the driver was taken to the Papageorgiou Hospital ER.
    Μετά το τροχαίο, ο οδηγός μεταφέρθηκε στο ΤΕΠ του νοσοκομείου Παπαγεωργίου.