Ei

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ei

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ei 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ei (de) ουδέτερο

  1. το αβγό
  2. το ωάριο