Einfuhr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Einfuhr die Einfuhren
γενική der Einfuhr der Einfuhren
δοτική der Einfuhr den Einfuhren
αιτιατική die Einfuhr die Einfuhren

Einfuhr (de) θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]