Einkauf

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Einkauf die Einkäufe
γενική des Einkaufs
des Einkaufes
der Einkäufe
δοτική dem Einkauf
dem Einkaufe
den Einkäufen
αιτιατική den Einkauf die Einkäufe

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Einkauf (de) αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]