Eitelkeit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Eitelkeit die Eitelkeiten
γενική der Eitelkeit der Eitelkeiten
δοτική der Eitelkeit den Eitelkeiten
αιτιατική die Eitelkeit die Eitelkeiten

Eitelkeit (de) θηλυκό

  1. ματαιοδοξία