Elementarteilchen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Elementarteilchen < elementar + Teilchen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Elementarteilchen die Elementarteilchen
γενική des Elementarteilchens der Elementarteilchen
δοτική dem Elementarteilchen den Elementarteilchen
αιτιατική das Elementarteilchen die Elementarteilchen

Elementarteilchen (de) ουδέτερο

  1. (φυσική) στοιχειώδες σωματίδιο