Englishwoman
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| Englishwoman | Englishwomen |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Englishwoman < μέση αγγλική Englishwoman. Μορφολογικά αναλύεται σε English + -woman
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Englishwoman (en)