Erlaubnis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Erlaubnis die Erlaubnisse
γενική der Erlaubnis der Erlaubnisse
δοτική der Erlaubnis den Erlaubnissen
αιτιατική die Erlaubnis die Erlaubnisse

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Erlaubnis (de) θηλυκό

  1. άδεια

Σύνθετα[επεξεργασία]