Führerschein

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Führerschein < Führer + Schein

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Führerschein (de) αρσενικό

  1. άδεια οδήγησης