FDI

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

FDI < foreign direct investment («άμεση ξένη επένδυση»)

Open book 01.svg Συντομομορφή[επεξεργασία]

FDI (en)

  1. η ιδιοκτησία ή ο έλεγχος περιουσιακών στοιχείων σε αλλοδαπή χώρα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]