Μετάβαση στο περιεχόμενο

Fallschirm

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Fallschirm die Fallschirme
γενική des Fallschirms
Fallschirmes
der Fallschirme
δοτική dem Fallschirm
Fallschirme
den Fallschirmen
αιτιατική den Fallschirm die Fallschirme

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Fallschirm < Fall + Schirm

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Fallschirm (de) αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • Fallschirm - Duden online.
  • Fallschirm @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).