Fetzen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Fetzen die Fetzen
γενική des Fetzens der Fetzen
δοτική dem Fetzen den Fetzen
αιτιατική den Fetzen die Fetzen

Fetzen (de) αρσενικό

  1. κουρέλι
  2. (Αυστρία) πολύ κακός βαθμός (στο σχολείο)