Flieger

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Flieger die Flieger
γενική des Fliegers der Flieger
δοτική dem Flieger den Fliegern
αιτιατική den Flieger die Flieger

Flieger (de) αρσενικό

  1. αεροπόρος
  2. πιλότος