Flucht

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Flucht (de) θηλυκό

  1. φυγή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]