Frechheit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Frechheit < frech + -heit

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Frechheit (de) θηλυκό