Μετάβαση στο περιεχόμενο

Gefräßigkeit

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Gefräßigkeit die Gefräßigkeiten
γενική der Gefräßigkeit der Gefräßigkeiten
δοτική der Gefräßigkeit den Gefräßigkeiten
αιτιατική die Gefräßigkeit die Gefräßigkeiten

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Gefräßigkeit < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Gefräßigkeit (de) θηλυκό