Glühbirne

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Glühbirne die Glühbirnen
γενική der Glühbirne der Glühbirnen
δοτική der Glühbirne den Glühbirnen
αιτιατική die Glühbirne die Glühbirnen

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Glühbirne < glühen (λάμπω) + Birne (αχλάδι)

Προφορά[επεξεργασία]

Glühbirne 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Glühbirne (de) θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Glühbirne στη γερμανική Βικιπαίδεια Άρθρο στη γερμανική Βικιπαίδεια